Κερατόκωνος, μια σοβαρή διαταραχή του κερατοειδούς
Ο κερατόκωνος είναι μια εκφυλιστική, μη φλεγμονώδης πάθηση του κερατοειδούς χιτώνα του ματιού, που μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την όραση και την ποιότητα ζωής των ασθενών. Πρόκειται για μια σχετικά συχνή κατάσταση που εμφανίζεται συνήθως στην εφηβεία ή στην πρώιμη ενήλικη ζωή, και μπορεί να εξελιχθεί σταδιακά με την πάροδο των ετών. Η σωστή και έγκαιρη διάγνωση είναι το “κλειδί” για την επιτυχημένη διαχείριση της πάθησης.
Τι είναι ο κερατόκωνος;
Ο κερατόκωνος είναι μια πάθηση κατά την οποία ο κερατοειδής, το διαφανές τμήμα που καλύπτει το εμπρόσθιο μέρος του οφθαλμού, σταδιακά λεπταίνει και παίρνει ένα κωνικό σχήμα. Αυτή η παραμόρφωση αλλοιώνει τον τρόπο με τον οποίο το φως διαθλάται προς τον αμφιβληστροειδή, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται σημαντικά η οπτική οξύτητα.
Ο φυσιολογικός κερατοειδής έχει ένα ελαφρώς κυρτό, σφαιρικό σχήμα, ενώ στον κερατόκωνο γίνεται προοδευτικά πιο λεπτός και αποκτά ανώμαλη καμπυλότητα, κυρίως στο κάτω ή στο κεντρικό του τμήμα. Η πάθηση συνήθως επηρεάζει και τα δύο μάτια, αν και μπορεί να υπάρχει ασυμμετρία στην ένταση των συμπτωμάτων.
Ποια είναι τα αίτια και οι προδιαθεσικοί παράγοντες;
Τα ακριβή αίτια του κερατόκωνου δεν είναι πλήρως κατανοητά, ωστόσο φαίνεται να υπάρχουν γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες που συμβάλλουν στην εμφάνισή του. Μερικά από τα στοιχεία που συνδέονται με τον κερατόκωνο περιλαμβάνουν:
- Οικογενειακό ιστορικό (κληρονομικότητα)
- Συχνό και έντονο τρίψιμο των ματιών
- Αλλεργικές παθήσεις των ματιών (π.χ. επιπεφυκίτιδα)
- Συγγενή ή επίκτητα σύνδρομα (όπως το σύνδρομο Down ή το σύνδρομο Ehlers-Danlos)
Πώς διαγιγνώσκεται ο κερατόκωνος;
Η διάγνωση του κερατόκωνου βασίζεται σε εξειδικευμένες οφθαλμολογικές εξετάσεις, που επιτρέπουν την εκτίμηση του σχήματος και της καμπυλότητας του κερατοειδούς. Οι πιο συνηθισμένες εξετάσεις περιλαμβάνουν:
- Τοπογραφία κερατοειδούς: Η βασική διαγνωστική εξέταση για τον εντοπισμό πρώιμων μορφών κερατόκωνου. Χαρτογραφεί με ακρίβεια την επιφάνεια του κερατοειδούς και αναδεικνύει ανωμαλίες στην καμπυλότητά του.
- Παχυμετρία: Μέτρηση του πάχους του κερατοειδούς, το οποίο είναι μειωμένο στον κερατόκωνο.
- Οπτική τομογραφία συνοχής (OCT): Χρησιμοποιείται για τη μελέτη της δομής του κερατοειδούς σε υψηλή ανάλυση.
- Διαθλαστικός έλεγχος: Για την αξιολόγηση του βαθμού μυωπίας ή αστιγματισμού, που είναι συχνά μεταβλητοί στον κερατόκωνο.
Ποια προβλήματα δημιουργεί ο κερατόκωνος;
Οι επιπτώσεις του κερατόκωνου στην καθημερινότητα του ασθενούς μπορεί να είναι σημαντικές, ιδιαίτερα σε προχωρημένα στάδια. Οι πιο συχνές διαταραχές περιλαμβάνουν:
- Θολή ή παραμορφωμένη όραση (ιδιαίτερα τη νύχτα)
- Αυξημένος αστιγματισμός
- Φωτοευαισθησία (δυσκολία σε έντονο φως)
- Διπλωπία (διπλή εικόνα) σε ένα μόνο μάτι
- Αναγκαιότητα συχνής αλλαγής γυαλιών
Σε προχωρημένες περιπτώσεις, μπορεί να υπάρξει οξύ, επώδυνο επεισόδιο ύδρωπος, όπου συμβαίνει αιφνίδια ρήξη του ενδοθηλίου του κερατοειδούς, με είσοδο υγρού στο στρώμα του και σοβαρή μείωση της όρασης.
Πώς αντιμετωπίζεται ο κερατόκωνος;
Η αντιμετώπιση του κερατόκωνου εξαρτάται από το στάδιο και τη σοβαρότητα της νόσου. Υπάρχουν πολλές θεραπευτικές επιλογές, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν:
Γυαλιά ή μαλακοί φακοί επαφής
Στα αρχικά στάδια, η όραση μπορεί να διορθωθεί με γυαλιά ή απλούς φακούς επαφής, κυρίως για ήπιο αστιγματισμό.
Σκληροί ή υβριδικοί φακοί επαφής
Καθώς η καμπυλότητα του κερατοειδούς γίνεται πιο ακανόνιστη, οι σκληροί (RGP) φακοί ή οι υβριδικοί φακοί (που συνδυάζουν σκληρό κέντρο και μαλακή περιφέρεια) προσφέρουν καλύτερη οπτική αποκατάσταση.
Cross-linking κερατοειδούς (CXL)
Μία από τις πιο σημαντικές εξελίξεις στην αντιμετώπιση του κερατόκωνου είναι η διασύνδεση κολλαγόνου (CXL). Η τεχνική αυτή χρησιμοποιεί ριβοφλαβίνη και υπεριώδη ακτινοβολία UV-A για να ενισχύσει τις κολλαγόνες ίνες του κερατοειδούς, σταθεροποιώντας τη δομή του και εμποδίζοντας την περαιτέρω εξέλιξη της πάθησης.
Ενδοκερατικοί δακτύλιοι (Intacs ή Keraring)
Μικροί πλαστικοί δακτύλιοι που τοποθετούνται στο εσωτερικό του κερατοειδούς με σκοπό τη βελτίωση της καμπυλότητάς του και τη μείωση του αστιγματισμού.
Μεταμόσχευση κερατοειδούς
Σε πολύ προχωρημένα στάδια, όπου οι άλλες μέθοδοι δεν είναι αποτελεσματικές, ενδέχεται να απαιτείται κερατοπλαστική (μερική ή ολική μεταμόσχευση του κερατοειδούς).
Ο κερατόκωνος, αν και μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική απώλεια όρασης, είναι σήμερα μια διαχειρίσιμη πάθηση χάρη στις σύγχρονες διαγνωστικές και θεραπευτικές δυνατότητες. Η πρόληψη της εξέλιξής του εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την έγκαιρη διάγνωση και την κατάλληλη παρέμβαση. Ο τακτικός έλεγχος σε οφθαλμίατρο, ιδιαίτερα για άτομα με οικογενειακό ιστορικό ή συμπτώματα που παραπέμπουν σε ανωμαλία του κερατοειδούς, είναι απαραίτητος.
